count Yunani

pengucapan
ουσ. κεφάλαιο κατηγορίας, λογαριασμός, μέτρημα, κόμης, αρίθμηση
ρήμ. αριθμώ, λογαριάζω, μετρώ, υπολογίζω, θεωρώ

Contoh kalimat

There are 300 shops and counting.
Υπάρχουν 300 καταστήματα και αυξάνονται.
pengucapan pengucapan pengucapanu Report Error!
Count from 10 down to zero.
Μέτρα αντίστροφα από το δέκα στο μηδέν.
pengucapan pengucapan pengucapanu Report Error!
Count to ten.
Μετρήστε μέχρι το δέκα.
pengucapan pengucapan pengucapanu Report Error!
Don't count your chickens before they are hatched.
Μηδένα προ του τέλους μακάριζε.
pengucapan pengucapan pengucapanu Report Error!
Don't worry. You can count on me.
Μην ανησυχείς. Μπορείς να υπολογίζεις σε μένα.
pengucapan pengucapan pengucapanu Report Error!
I am counting on you.
Υπολογίζω σε σένα.
pengucapan pengucapan pengucapanu Report Error!
I'm counting on you.
Υπολογίζω σε σένα.
pengucapan pengucapan pengucapanu Report Error!
It is the end that counts.
Tέλος καλό, όλα καλά.
pengucapan pengucapan pengucapanu Report Error!
My son can already count to one hundred.
Ο γιος μου γνωρίζει ήδη να μετρά μέχρι το εκατό.
pengucapan pengucapan pengucapanu Report Error!
My son can already count up to one hundred.
Ο γιος μου γνωρίζει ήδη να μετρά μέχρι το εκατό.
pengucapan pengucapan pengucapanu Report Error!

Sinonim

1. enumerate: reckon, compute, number, add up, numerate, sum, tale
2. nobleman: peer
3. influence: weight, tell



dictionary extension
© dictionarist.com